- φιλέθειρος
- φιλ-έθειρος, das Haar liebend, im Haare befindlich, darin getragen
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
φιλέθειρος — ον, Α (ποιητ. τ.) 1. αυτός που συντελεί στην περιποίηση τών μαλλιών 2. προσαρμοσμένος στην κόμη («φιλέθειρον σινδόνα», Ανθ. Παλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο) * + έθειρος (< ἔθειρα «τρίχα»), πρβλ. καλλι έθειρος] … Dictionary of Greek
φιλέθειρον — φιλέθειρος attached to the hair masc/fem acc sg φιλέθειρος attached to the hair neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)